"Either write something worth reading or do something worth writing."

Pull me down

ΛΥΔΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ: “Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ. ΜΟΝΟ ΑΝ ΘΕΛΩ ΕΓΩ ΘΑ ΖΕΙΣ, ΜΟΥ ΘΥΜΙΖΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ. ”

Η συγγραφέας Λυδία Γιαννακοπούλου δεν είναι ένα καινούργιο πρόσωπο. Αντιθέτως έχει δώσει πολλές συνεντεύξεις, τόσο τηλεοπτικά όσο και στον περιοδικό Τύπο, σχετικά με τη ζωή της και το διάσημο πλέον βιβλίο της στην Ελλάδα «Το χάδι της μητέρας».

Το Greek Reporter αποφάσισε όμως να κάνει μία διαφορετική συζήτηση μαζί της, που δε θα αφορά στο πως τη βασάνιζε η μητέρα της όταν ήταν παιδάκι, αλλά στο πως είναι η Λυδία ως άνθρωπος. Με τι ασχολείται, πως ξεπερνάει το παρελθόν, πως είναι η ίδια ως μητέρα και πως κατάφερε να φτιάξει τη ζωή της. Ευτυχισμένη όπως είναι σήμερα…

Η Λυδία μάς εμπιστεύτηκε κι αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά, λύνοντάς μας ανθρώπινες απορίες που σίγουρα εμείς ήταν δύσκολο να εκφράσουμε κι εκείνη ακόμη πιο δύσκολο να απαντήσει. Τελικώς όμως η συγγραφέας μάς ευχαρίστησε για τις ουσιαστικές ερωτήσεις που, όπως είπε, για πρώτη φορά της έκαναν κι εμείς με τη σειρά μας γνωρίσαμε αυτό τον υπέροχο άνθρωπο…

Η μητέρα σου γνωρίζει πως έχεις γράψει σχετικό βιβλίο;

Δε γνώριζε τίποτα. Το έμαθε από την πρώτη παρουσίαση που έκανα δημόσια σε μία τηλεοπτική εκπομπή. Ήθελα να την κοιτάξω στα μάτια και να της το δώσω εγώ η ίδια, αλλά δε βρήκα τη δύναμη να σταθώ απέναντι της. Ωστόσο της τηλεφώνησα πριν την εκπομπή. Δε με άφησε να μιλήσω, μου είπε πως δε θέλει να έχει καμιά σχέση μαζί μου.

Τώρα που γνωρίζει;

Σίγουρα θύμωσε. Το ξέρω πως θύμωσε μαζί μου. Πάντα ήταν και θα είναι θυμωμένη μαζί μου. «Η ζωή σου μου ανήκει, αν θέλω εγώ θα ζεις», μου θύμιζε καθημερινά. Μετά την έκδοση του βιβλίου είναι διπλά οργισμένη που δε κατάφερε αυτό που ήθελε, να μου πάρει τη ζωή με τον δικό της τρόπο.

Γιατί αποφάσισες να κάνεις την ιστορία σου βιβλίο; Το γράψιμο ήταν η απελευθέρωση μου, η ψυχοθεραπεία μου! Όταν έγινα μητέρα και τα παιδιά μου άρχισαν να ζητούν τα αυτονόητα, το γλυκό, το γάλα πιο ζεστό ή πιο κρύο, το παιχνίδι τους, τα φιλιά, την αγκαλιά, το μυαλό μου άρχισε να γυρνάει επίμονα στο παρελθόν. Δυστυχώς οι αναμνήσεις βρίσκουν πάντα δρόμο να βγουν στην επιφάνεια. Άρχισα να καταγράφω τα γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια. Κάθε γραμμή που έγραφα, με πονούσε. Κάθε γεγονός που εξιστορούσα, το ξαναζούσα, υπέφερα, έκλαιγα. Ήταν κάτι που με βασάνιζε χρόνια, όχι μόνο γιατί έρεπε να κρύβω από όλους το παρελθόν μου αλλά γιατί σκεφτόμουν πόσα παιδιά βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην ίδια θέση με μένα. Όσο σκληρό και δυσάρεστο κι αν είναι το περιεχόμενο, είναι η ζωή μου, η μαρτυρία μου… Έπρεπε να τη πω δημόσια για να δείξω και τη «σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού».

Τώρα που έγινες μητέρα, φοβήθηκες ποτέ μη σου βγουν άσχημα αυτά τα βιώματα στη δική σου οικογένεια;

Ήθελα πολύ να κάνω τη δική μου οικογένεια, αλλά ναι φοβόμουν πολύ, έτρεμα. Κι αν επαναλάμβανα τα ίδια; Κι αν γινόμουν «αυτή»; Συμβουλεύτηκα ειδικούς, που με καθησύχασαν. Ζήτησα από τον άντρα μου, αν ποτέ δει οποιαδήποτε παράλογη συμπεριφορά από εμένα, να με κλείσει σε ψυχιατρική κλινική και να πάρει τα παιδιά μακριά μου. Φαίνεται όμως πως το μίσος μου για εκείνη και ο τόσος πόνος με βοήθησαν να τα μεγαλώσω σωστά και με πολλή αγάπη. Τώρα το αν είμαι καλή μητέρα ή όχι, θα το κρίνουν τα ίδια τα παιδιά μου.

Ο σύζυγός σου γνώριζε από την αρχή την ιστορία σου;

Δεν τολμούσα να του μιλήσω. Ντρεπόμουν, ένιωθα ενοχές, βρώμικη, στιγματισμένη. Όταν είχα ανάγκη να πω κάτι, του μιλούσα πάντα για ένα τρίτο φανταστικό πρόσωπο. Υποψιαζόταν κάτι αλλά δε με έφερνε ποτέ σε δύσκολη θέση. Όταν αποφασίσαμε να παντρευτούμε, του εκμυστηρεύτηκα κάποια βασικά πράγματα. Όπως το ότι δεν έχω σχέσεις με τη γυναίκα, που με έφερε στη ζωή. Περισσότερα του είπα όταν άρχισα να γράφω το βιβλίο. Μέχρι και σήμερα όμως δε μπόρεσα ποτέ να κάνω μια ανοιχτή συζήτηση μαζί του!

Κάθε πότε βλέπεις τώρα τη μητέρα σου;

Από τα δεκαέξι μου δεν έχουμε σχεδόν καμία επαφή και προσπαθώ να αποφεύγω να μαθαίνω νέα της. Όταν όμως αυτό συμβαίνει, τότε η οργή και το μίσος με κυριεύουν. Αυτό με αλλάζει, με επηρεάζει αρνητικά, ακόμη περισσότερο όταν μαθαίνω πως η ίδια δεν έχει αλλάξει καθόλου.

Τι συναισθήματα έχεις για εκείνη πλέον;

Δεν έτρεφα ποτέ συναισθήματα για εκείνη και σίγουρα δεν τρέφω τώρα. Αν χρησιμοποιούσα τη λέξη «μαμά» σε μικρή ηλικία, ήταν γιατί έτσι είχα μάθει. Δεν ήταν όμως παρά ένας τίτλος, μια λέξη. Το μόνο συναίσθημα που με έδενε με αυτή τη γυναίκα τόσα χρόνια ήταν ο φόβος και ο τρόμος. Τώρα πια κατάφερα να ξεπεράσω και αυτά τα συναισθήματα. Δε μας δένει τίποτα άλλο πια. Έχεις πει πως ήταν απόλυτα συνειδητοποιημένη για το τι έκανε και μελετούσε την κάθε κίνηση.

Τι πιστεύεις πως την οδηγούσε σε όλη αυτή τη βία;

Ήταν συνειδητοποιημένη, το σχεδίαζε, το απολάμβανε. Ξέρω πως δε μεγάλωσε και εκείνη κάτω από τις καλύτερες συνθήκες. Αυτό όμως δε δικαιολογεί αυτή την παράλογη και βάναυση συμπεριφορά στο ίδιο της το παιδί. Σε κανένα παιδί! Για την ίδια δε ξέρω τι ήμουν, ένα απεχθές πλάσμα; Η αιτία της κακής της μοίρας; Ένα εμπόδιο στη ζωή της; Ο ψυχολόγος μου λέει πως ήμουν απλά «η πηγή άντλησης ικανοποίησης των σαδιστικών της ενστίκτων».

Που μεγάλωσες;

Γεννήθηκα στη Γερμανία και μεγάλωσα εκεί μέχρι τα δεκατρία μου. Η σωματική μου κατάσταση ήταν τόσο χάλια, μέχρι που η θεία μου ανάγκασε τον πατέρα μου να μας πάρει μακριά και να μας φέρει στην Ελλάδα. Οι πληγές και τα σημάδια φώναζαν από μόνα τους. Δε γινόταν αλλιώς! Φίλους σε άφηνε να έχεις; Όσο ζούσαμε στη Γερμανία μεγάλωνα μαζί με τα ξαδέρφια μου. Κάποια απογεύματα τα περνούσαμε μαζί παίζοντας στο σπίτι τους ή ακόμη και στο σπίτι μας, αφού οι γονείς μας έκαναν πολύ παρέα. Τα ξαδέρφια μου ήταν η μόνη παρέα που είχα μέχρι τα δεκατρία. Έκτοτε με είχε απομονωμένη από όλους.

Ο ρόλος του πατέρα και των υπολοίπων συγγενών ποιος ήταν;

Ο ρόλος του πατέρα μου αδιάφορος. Τον βόλευε να μη ξέρει, να μη βλέπει. Αν και όλοι του μιλούσαν πως κάτι δε πάει καλά και είχε όλες τις ενδείξεις μπροστά του, συνέχιζε να μη βλέπει. Ένα κεφάλι που είναι γεμάτο τρύπες από πληγές, ένα σώμα σημαδεμένο από δαγκωνιές δεν είναι κάτι που κρύβεται. Το ίδιο και οι συγγενείς, ήταν αμέτοχοι και αποστασιοποιημένοι. Εγώ τότε, σε εκείνη την ηλικία, πίστευα πως ήταν οικογενειακό μυστικό, πως κανείς δεν ήξερε. Έκανα λάθος… Απλά λειτουργούσαν όλοι με τη λογική του «ότι γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες, είναι οικογενειακή υπόθεση”.

Σε άφηνε να πηγαίνεις σχολείο;

Ναι, πάντα πήγαινα σχολείο εκτός από εκείνες τις στιγμές που τα σημάδια ήταν τόσο εμφανή ή το σώμα μου με εγκατέλειπε. Με κρατούσε κάποιες μέρες κλειδωμένη στο σπίτι να συνέλθω και επέστρεφα σχολείο με ευφάνταστες δικαιολογίες.

Στο σχολείο τι έλεγαν οι δάσκαλοι;

Kάθε φορά που με ρωτούσαν γιατί δε φορούσα ζεστά ρούχα ή έκαναν κάποια άλλη ερώτηση ήξερα καλά πως θα απαντήσω. Ήμουν καλά δασκαλεμένη. Έριχνα πάντα όλες τις ευθύνες πάνω μου. Πριν μερικά χρόνια έμαθα πως το σχολείο κάλεσε την πρόνοια, έκαναν έρευνα και κάπως έτσι τελικά της πήραν την γονική επιμέλεια. Όχι πως αυτό άλλαξε τα πράγματα, αφού κανείς δε το γνώριζε. Εκείνη ακάθεκτη συνέχιζε το έργο της με τρόπαιο τη ζωή μου! Είχες ζητήσει ποτέ βοήθεια από κάποιον φορέα, συγγενή ή έστω γνωστό; Μια μέρα μετά το σχολείο ο φόβος μου με νίκησε. Δεν τολμούσα να γυρίσω στο σπίτι. Το προσπέρασα και έτρεξα ολοταχώς στη θεία μου. Την παρακάλεσα να με βοηθήσει, την ικέτευα, μάταια όμως. Σε πέντε λεπτά «εκείνη» στεκόταν δίπλα μου. Μόλις την είδα, τα αναίρεσα όλα. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να ελαφρύνω λίγο το κακό που με περίμενε μόλις γυρνούσα σπίτι. Στα δεκαπέντε πλησίασα μια κοινωνικό λειτουργό. Και από εκεί δεν είδα καμία ανταπόκριση ούτε καν ενδιαφέρον να με ακούσει. Σχεδόν με έδιωξε. Από την άλλη η αστυνομία κάθε φορά που ερχόταν σπίτι, έκανε στην «ίδια» κάποιες ερωτήσεις και έπειτα συστάσεις. Ποτέ δε με πλησίασαν έτσι, ώστε να νιώσω ασφαλής και να τολμήσω να μιλήσω. Και πάλι την κάλυπτα. Κάπου στα δεκατέσσερα μου «εκείνη» μου έκανε μήνυση ότι την κακομεταχειριζόμουν, βρέθηκα στο δικαστήριο να απολογούμαι. Αν και δύσκολη η θέση μου, για πρώτη φορά και μπροστά σε ξένο κόσμο, να πρέπει να ομολογήσω κάποια από τα βασανιστήρια που υπέστη, αθωώθηκα μεν, κανείς όμως δεν την κυνήγησε. Κανείς δεν ασχολήθηκε με την υπόθεση, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε.

Πως αποφάσισες να «λυτρωθείς» από αυτό;

Είχα προσπαθήσει πολλές φορές στο παρελθόν να ξεφύγω και η αλήθεια είναι πως δε μου έφερνε αντίρρηση. Άνοιγε την πόρτα και με προκαλούσε να φύγω. Ήξερε όμως πως δεν είχα τη δύναμη να το κάνω. Ασκούσε τόσο μεγάλη ψυχολογική βία, που προτιμούσα να γυρίσω πίσω και να ικανοποιήσω τις σαδιστικές της επιθυμίες. Στα δεκάξι το μυαλό μου άρχιζε να παίζει τρελά παιχνίδια. Δε μπορούσα να ζήσω άλλο, δεν ήθελα να ζήσω άλλο. Αλλά δεν ήθελα και να της χαρίσω τη ζωή μου. Δε ξέρω που βρήκα τη δύναμη και έφυγα από το σπίτι. Έκανα πολλές δουλειές και δύσκολες. Όλα αυτά όμως μού φαίνονταν «παράδεισος» σε σχέση με τη κόλαση που ζούσα. «Το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας, του να ζεις χωρίς να φοβάσαι κάθε μέρα, κάθε στιγμή δε μπορεί κανείς να το εκτιμήσει, εάν δε του το έχουν στερήσει!»

Ένιωσες ποτέ να ανταποδώσεις όλη αυτή τη βία;

Έστω και στιγμιαία… Δε μπορώ να διανοηθώ να προκαλέσω τον πόνο σε κάποιον συνειδητά, μόνο κα μόνο για να ικανοποιηθώ. Έκανα μια μέρα το μικρό μου γιο μπάνιο. Μέχρι να τρέξει το ζεστό νερό τον πιτσίλισα, πάντα στο πλαίσιο του παιχνιδιού, με κρύο νερό. Ο μικρός μου με γέλια χοροπηδούσε στη μπανιέρα και στη στιγμή πήδηξε έξω. Ήξερε πως είναι παιχνίδι, παρόλο αυτά δεν του άρεσε, αντέδρασε. Του γέμισα τη μπανιέρα με ζεστό νερό και τον άφησα να παίξει το υπόλοιπο της ώρας. Εκείνη τη στιγμή όμως, έβλεπα εμένα στα μάτια του, να παλεύω μάταια με το κρύο νερό και να παραδίνομαι στα χέρια της. Ήθελα να δω, να καταλάβω. Ποια είναι η φυσιολογική αντίδραση ενός παιδιού όταν δέχεται κάτι που δε του αρέσει; Παλεύει! Αντιδρά! Τότε σκέφτηκα πως της αξίζει να περάσει όλα όσα πέρασα. Δε νομίζω όμως πως υπάρχει άνθρωπος που θα είχε τη δύναμη, έστω και από εκδίκηση να της ανταποδώσει όλα αυτά που η ίδια έκανε. Μπορεί, εκτιμάς, ένας άνθρωπος που έχει περάσει ανάλογη ιστορία στο σπίτι του να το ξεπεράσει και να προχωρήσει;

Έρχεται η κάθαρση;

Ναι, με τους κατάλληλους ανθρώπους δίπλα του μπορεί να το ξεπεράσει και να προχωρήσει τη ζωή του. Υπάρχουν πλέον δομές και φορείς που δίνουν λύσεις. Δε θα πω ψέματα, κι εγώ αρχικά ήμουν πολύ δύσπιστη με κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους κτλ. Πήγαινα στον ψυχολόγο μου, αλλά πίστευα πως δε μπορεί να με βοηθήσει, δε μπορεί να με καταλάβει, να με νιώσει. Με διέψευσε, κατάφερε να με κάνει να δω τη δύναμη που βρήκα να επιβιώσω, να δω τη ζωή μου με άλλο μάτι και να ξεπεράσω ό, τι άσχημα συναισθήματα κουβαλούσα μέσα μου! Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα, γνώρισα μία ψυχολόγο που μου άλλαξε ακόμη περισσότερο τη ζωή. Με βοήθησε να ξεπεράσω πολλές φοβίες μου, να μάθω να εμπιστεύομαι ανθρώπους και το κυριότερο να μιλάω ανοιχτά για την κακοποίηση που έχω υποστεί. Μέσα από το βιβλίο μου, γνώρισα αξιόλογους ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς που είναι ευαισθητοποιημένοι και έχουν πραγματική διάθεση να βοηθήσουν θύματα παιδικής κακοποίησης. Πως είναι η ζωή σου τώρα; Έχω φτιάξει μια υπέροχη οικογένεια με τρία παιδιά. Μου έμαθαν πως να αγαπάω και να αγαπιέμαι. Μου έμαθαν να παίζω, να τραγουδάω, να χαμογελάω. Η κάθε μέρα είναι μια περιπέτεια, όμορφη περιπέτεια όμως, με τις όποιες δυσκολίες κι αν έχει. Τους ευχαριστώ γι’ αυτό. Μου έμαθαν να ζω!

Ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της κοινωνίας και του κράτους στην ενδοικογενειακή βία;

Σκέφτομαι πολλές φορές πόσο λάθος είναι η άποψη «Η χειρότερη οικογένεια είναι προτιμότερη από το καλύτερο ίδρυμα». Θα πρέπει λοιπόν οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι εισαγγελείς και γενικά όσοι εμπλέκονται σε τέτοια ζητήματα να αναθεωρήσουν αυτή τους την άποψη, να ξεπεράσουν τα ταμπού τους και να επεμβαίνουν, ακόμα και παίρνοντας το παιδί από την οικογένεια του, σε τέτοιες περιπτώσεις. Θα πρέπει να ελέγχεται κάθε καταγγελία, και όχι μία αλλά πολλές φορές, να παρακολουθείται με έκτακτες επισκέψεις, με σοβαρές ερευνητικές διαδικασίες. Πρόκειται για εγκλήματα και σαν τέτοια θα πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε. Αυτό θα πρέπει να το καταλάβει όλη η κοινωνία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να κινηθούν προς αυτή τη κατεύθυνση. Θα τολμήσω να πω «πολλές φορές δεν είναι έγκλημα να πάρουμε ένα παιδί από την οικογένεια του, έγκλημα είναι να το αφήσουμε αβοήθητο».

Ποια είναι τα σχέδια της Λυδίας από εδώ και πέρα;

Πέρα από την απόλυτη αφοσίωση και αγάπη στα παιδιά μου, έχω πολλή αγάπη να δώσω ακόμη. Υπάρχουν παιδιά εκεί έξω που δε θεωρούν αυτονόητη τη στοργή και τη φροντίδα. Στο χέρι μας είναι να εμπιστευτούν ξανά τους ανθρώπους και να πιστέψουν στην αγάπη. Δικός μου στόχος είναι να δημιουργήσω ένα χώρο όπου θα δίνεται η δυνατότητα να φιλοξενούνται παιδιά που το έχουν ανάγκη. Με τους κατάλληλους ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς να τους δίνεται η σωστή κατεύθυνση και βοήθεια. Έχουμε ανάγκη στην Ελλάδα από τέτοιους ξενώνες! Κάποια στιγμή ίσως τα καταφέρω. Μέχρι τότε θα συνεχίσω να βοηθώ, πάντα ως εθελόντρια, εγκαταλειμμένα και κακοποιημένα παιδιά.

Θα ήθελες να βγάλεις ένα βιβλίο για την καινούργια σου ζωή;

Ίσως κάποια στιγμή. Θα πρέπει πρώτα εγώ η ίδια να συνειδητοποιήσω πως κατάφερα να επιβιώσω και πόσα πράγματα κατάφερα να κάνω στη ζωή μου. Αυτό βέβαια θα αποτελούσε ένα στήριγμα για παιδιά που περνούν ή πέρασαν τα ίδια με μένα. Να μάθουν πως δεν είναι τα μόνα που υποφέρουν, πως μπορούν και αυτά κάποια μέρα να ελευθερωθούν και να ζήσουν! Υπάρχει τρόπος, υπάρχουν επιλογές! Yπάρχει κάτι που θα ήθελες να πεις στη μητέρα σου και δεν το έχεις εκφράσει; Ναι, ότι μου λείπει! «Την» έχω ανάγκη, πάντα «την» είχα ανάγκη και αυτό με πονάει περισσότερο. «Την» είχα ανάγκη να σταθεί δίπλα μου όταν ντυνόμουν νύφη. Όταν γέννησα τα παιδιά μου και δεν ήταν εκεί να μου κρατά το χέρι. Κάθε φορά που χρειάζομαι τη βοήθεια «της» και δεν είναι εκεί… δίπλα μου. Θα μπορούσα να απορυθμίσω χιλιάδες στιγμές που έκλαψα γιατί «την» είχα ανάγκη. Ναι, μου λείπει! Όχι «αυτή» η συγκεκριμένη γυναίκα που έτυχε απλά να με γεννήσει. Μου λείπει Η ΜΗΤΕΡΑ. Πως είναι δυνατόν να φέρνεις ένα παιδί στο κόσμο, να το κουβαλάς εννέα μήνες και εσύ να το μισείς; Πως γίνεται;

Σήμερα η Λυδία είναι μέλος σε δύο φιλανθρωπικά ιδρύματα για εγκαταλειμμένα και κακοποιημένα παιδιά. Ασχολείται χρόνια με το χορό, latin και παραδοσιακούς ελληνικούς, σπούδασε θέατρο και γενικά πήγε σε πολλές σχολές. Ανήσυχο πνεύμα, που θέλει πάντα να δημιουργεί. Εκείνη το εξηγεί… «Ήθελα να κρατάω το μυαλό μου απασχολημένο προκειμένου να μη σκέφτομαι το παρελθόν. Ακόμη και στο σπίτι όταν δεν είχα να κάνω κάτι, έπρεπε να δημιουργήσω. Έχω φτιάξει αμέτρητα puzzle μα τα παιδιά!»